ΣΥΡΙΖΑ

ΣΥΡΙΖΑ
Πατήστε πάνω στην εικόνα για να συνδεθείτε στην ανανεωμένη μας Σελίδα, σας ευχαριστούμε
«Πολιτεία που δεν έχει σαν βάση της την παιδεία, είναι οικοδομή πάνω στην άμμο».

Αδαμάντιος Κοραής (1748 – 1833)

γιατρός και φιλόλογος, από τους πρωτεργάτες του νεοελληνικού διαφωτισμού.

ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ - ΕΚΜ ΜΑΡΑΘΩΝΑ

Το παρόν ιστολόγιο είναι η φωνή της Οργάνωσης Mελών ΣΥΡΙΖΑ - ΜΑΡΑΘΩΝΑ, ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟ, ΣΟΥΛΙ, ΝΕΑ ΜΑΚΡΗ.

Τα Γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ Μαραθώνα είναι στην κεντρική πλατεία της Νέας Μάκρης Λ.Μαραθώνος και Ν. Πλαστήρα, τηλ. 22940 94688, καθημερινά τα γραφεία λειτουργούν 6 με 9 μ.μ.


Σάββατο 9 Μαρτίου 2013

Πώς οικοδομείται ο φασισμός;

του Γεράσιμου Κουζέλη *


Μιλάμε τον τελευταίο καιρό, όλο και πιο συχνά, για φαινόμενα και διαδι­κασίες «εκφασισμού». Η διατύπωση αντιστοιχεί σε ένα απειλητικό ορί­ζοντα και σε πολιτικές που τον φέρνουν κοντά, απαιτεί όμως μια πιο προσεκτική εξέταση, καθώς εμπεριέχει έναν κίνδυνο. Μπορεί, δηλαδή, να δώσει την εσφαλ­μένη εντύπωση μιας γραμμικής εξέλιξης. Δεν «γίνεται η κοινωνία φασιστική», δεν πρόκειται για μια εγγενή δυναμική του καπιταλισμού. Ο φασισμός δεν είναι αποτέλεσμα μιας «πορείας των πραγμάτων», ούτε ενός αυτοματισμού που προ­κύπτει από τις οικονομικές σχέσεις.
Η απειλή που διαγράφεται στο σημερινό ορίζοντα είναι η απειλή επιβολής ενός καθεστώτος. Η επιβολή αυτή αποτελεί τον στόχο συγκεκριμένων δυνάμε­ων. Επιδιώκεται η επιβολή φασιστικού καθεστώτος. Και επιδιώκεται από δυνά­μεις συντονισμένες και ήδη οργανωμένες σε ένα κίνημα, πράγμα που έχει κα­θοριστική σημασία. 
Οι φασιστικές δυνάμεις συγκροτούνται και ενισχύονται από μια συγκεκρι­μένη συνάρθρωση λόγων και πρακτικών - ιδεολογιών, δηλαδή, και μορφών δράσης ή άσκησης εξουσίας. Κεντρικός άξονας αυτής της συνάρθρωσης είναι η αμφισβήτηση της δημοκρατίας ως τρόπου οργάνωσης των πολιτικών και κοινωνικών σχέσεων.
Ο φασισμός σημαίνει, επομένως, ανατροπή της δημοκρατίας. Η δημοκρατία είναι απέναντι του - με όλες τις πολιτικές συνέπειες που έχει αυτός ο ορισμός του κρίσιμου ζεύγους της αντίθεσης. 
Αλλά, η φασιστική ανατροπή της δημοκρατίας επιδιώκεται και επιβάλλεται στη βάση μιας κοινωνικής συμμαχίας, δηλαδή με μαζική υποστήριξη. Εδώ έγκειται η, κατά τον Πουλαντζά, κρισιμότερη διαφορά από τη δικτατορία. Εδώ όμως βρίσκεται και η σημασία της υποστήριξης που δέχεται, που μέχρι τώρα εξασφάλισε, η σημερινή φασιστική συμμορία στην Ελλάδα, η σημασία της επίγνωσης ότι και η επιφανειακή συμπόρευση μαζί της, ακόμα και η ανοχή της, τροφοδοτούν τη δυναμική μιας φασιστικής ανατροπής της δημοκρατίας. Έτσι φτιάχνεται το φασιστικό κίνημα, έτσι το γνωρίσαμε να φτιάχνεται στο μεσοπόλεμο, μέχρι να καταλάβει την εξουσία. 
Η κοινωνική συμμαχία αναφέρεται σε συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγο­ρίες και στρώματα που τροφοδοτούν περισσότερο, εκπροσωπούνται αμεσότερα, εκφράζονται σαφέστερα και, βεβαίως, ενισχύονται από τη φασιστική δράση και μέσω του φασιστικού λόγου. Πρόκειται, κυρίως, για την παραδοσιακή και κυρίως τη νέα μικροαστική τάξη. Η ασταθής κοινωνική θέση της, η διαρκώς υπό αίρεση, αν και τυπικά ισχυρή, πολιτική της εκπροσώπηση και, βεβαίως, ιδιαίτερα, ο κοινωνικά κυρίαρχος αλλά συμβολικά πάντα απαξιωμένος δικός της τρόπος βίωσης της πραγματικότητας, η δική της ιδεολογία, οδηγούν τμή­ματα της μικροαστικής τάξης στη συγκρότηση του κεντρικού κορμού των φα­σιστικών κινημάτων. 

Η φασιστική δυναμική τροφοδοτείται (τώρα, όπως και στο μεσοπόλεμο) από την οικονομική κρίση. Γιατί η οικονομική κρίση είναι ταυτοχρόνως πολιτική και κοινωνική- και, μάλιστα, πρωτίστως και πρωταρχικά τέτοια· υπό μια ισχυρή έννοια, η οικονομική προήλθε από την πολιτική, από τη ριζική μεταβολή του συσχετισμού δυνάμεων και την επιβολή ενός «μονοδιάστατου» κόσμου. Δεν πρόκειται όμως για μια σχέση νομοτελειακή και δεν θα πρέπει να την αφήσου­με να γίνει, να επιτρέψουμε, δηλαδή, τη διοχέτευση του δυναμικού που προκύ­πτει από τις συνέπειες της κρίσης, από την απαξίωση του κυρίαρχου κόσμου, στη φασιστική προοπτική. Ότι η σχέση κρίσης και φασισμού δεν είναι δεσμευ­τική ή νομοτελειακή σημαίνει μεν ότι δεν είναι δεδομένο πως κάθε οικονομική κρίση επιφέρει την ανάδειξη ή ενίσχυση του φασισμού, αλλά (δυστυχώς) ση­μαίνει και ότι η φασιστική επίθεση δεν θα εξαφανιστεί αυτόματα με την όποια, έστω και δυσδιάκριτη, σήμερα, υπέρβαση της κρίσης. Ο αγώνας είναι επομένως, αναγκαστικά, διττός, ενάντια στην κρίση και ενάντια στο φασισμό. 
Αν η κρίση τροφοδοτεί, μέσω ενός ιδιαίτερα ισχυρού μηχανισμού, το φα­σισμό, αυτός ο μηχανισμός συνίσταται (αλλά και στηρίζεται) στην καλλιέργεια της απογοήτευσης από τον τρόπο λειτουργίας και επίλυσης προβλημάτων των δημοκρατικών θεσμών και διεργασιών. Υπό συνθήκες οξυμένης κρίσης, όπως τη βιώνουμε σήμερα στην Ελλάδα, η ακραία απογοήτευση από την αστική, την κοινοβουλευτική δημοκρατία, διοχετεύεται σε τόσο μεγάλο βαθμό προς το φασιστικό δυναμικό, εξαιτίας της έλλειψης προοπτικής. Η φασιστική απόρρι­ψη της δημοκρατίας τρέφεται από την απόγνωση. Η πλήρης απουσία πραγμα­τικής διεξόδου, εναλλακτικής πορείας, που τόσο κοντόφθαλμα, εγκληματικά, καλλιεργείται από τα μέσα και τις αστικές δυνάμεις για να αποσείσουν τον κίνδυνο της αριστεράς, μεταφράζεται σε ανικανότητα των θεσμών και των δια­δικασιών που συγκροτεί και θέτει σε κίνηση η δημοκρατία να προσφέρουν ορατή και πειστική λύση. 

Αυτός είναι άλλωστε ο κίνδυνος του μηδενισμού. Η αριστερά είναι υποχρε­ωμένη, ιδιαίτερα εντός της κρίσης, να έχει πρόγραμμα διεξόδου, να προτείνει ρεαλιστικές, βιώσιμες λύσεις, να δείχνει συγκεκριμένες προοπτικές. Ο φασι­σμός δεν έχει και δεν χρειάζεται πρόγραμμα. Όταν και αν, ενισχυμένος από την απόγνωση ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων, καταλάβει την εξουσία, θα υλο­ποιήσει το άρρητο πρόγραμμα των εξοντώσεων, του ολοκαυτώματος, των στρα­τοπέδων. Γι' αυτό, άλλωστε, οι εκπρόσωποι και προπαγανδιστές του φασισμού δεν λένε κάτι, δεν λένε ποια διέξοδο βλέπουν, αλλά ούτε και τι θέλουν να κάνουν, λογοκρίνοντας τους κρυφούς σκοπούς τους. 
Οι φασιστικές δυνάμεις τροφοδοτούνται από στοιχεία που οξύνονται μέσα στην οικονομική κρίση, αλλά προϋπάρχουν στην αστική οργάνωση της κοινω­νίας, τη χαρακτηρίζουν. Με αυτή την έννοια, κατά τη γνωστή ρήση του Χόρ-κχάιμερ, «όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό θα πρέπει να σω­παίνει και για το φασισμό». Εντός της καπιταλιστικής κοινωνίας αναδεικνύονται τα φαινόμενα και οι δυνάμεις που οργανώνονται και επενδύονται στον φασισμό, οι δυνάμεις που τον τροφοδοτούν. Και είναι αυτές ακριβώς οι δυνάμεις, κι αυτά ακριβώς τα φαινόμενα, που πρέπει να διακρίνουμε και να ελέγξουμε τώρα, αυτά πρέπει να πολεμήσουμε. Να δούμε τι τροφοδοτεί τον νεοναζισμό και να αγω­νιστούμε για την αποκοπή των δεσμών που εξυφαίνονται, των λόγων που νομι­μοποιούνται, των σημασιών που αποδίδονται, των πολιτικών που οργανώνουν. Να αποτρέψουμε ότι απειλητικό εξυφαίνεται σε σχολεία και γυμναστήρια, με τη συστηματική απαξίωση της πολιτικής, με τη διαφθορά και την ατιμωρησία, με τη διαρκή και ήδη «τετριμμένη» παραβίαση του συντάγματος, με τα φαινόμενα άκρατου αυταρχισμού που πλέον συναντάμε καθημερινά. 
Είπα ήδη ότι ο φασισμός συνίσταται σε λόγους και πρακτικές αμφισβήτησης, αποσταθεροποίησης και ανατροπής της δημοκρατίας, σε πρακτικούς λόγους με την πιο εμφατική δυνατή έννοια: αφενός άμεσα επιτελεστικούς (καλούν σε δράση: «εκτελέστε τους») και αφετέρου άμεσα οργανωτικούς (φτιάχνουν το κίνημα που θα δράσει αναλαμβάνοντας εκτελέσεις). 
Πρόκειται για λόγους και πρακτικές που συναρθρώνονται εκεί όπου τέμνο­νται -εν μέρει ανεξάρτητες μεταξύ τους- γραμμές, εκεί όπου συναντώνται, αλληλοσυμπληρώνονται και συνυφαίνονται σε ένα γερό και απειλητικό παλα-μάρι τα νήματα μιας σειράς «ισμών», που πρέπει να αντιμετωπίσουμε συστημα­τικά. Στους λόγους και τις πρακτικές που τροφοδοτούν τη φασιστική επίθεση, κεντρική θέση κατέχουν:

α. Οι κάθε λογής ρατσισμοί - στον πληθυντικό, γιατί πρόκειται για ένα ολό­κληρο φάσμα. Το αντικείμενο εφαρμογής του ρατσισμού μετατίθεται, ανάλογα με τις συνθήκες, ανάλογα με την πίεση της κοινωνικά επιβαλλόμενης λογοκρι­σίας, ανάλογα με τα περιθώρια ανοχής της ρατσιστικής θεμελίωσης υφιστάμε­νων κοινωνικών και πολιτισμικών διακρίσεων — κάτι που ισχύει και για τα επόμενα είδη λόγου. Έτσι, στα ελληνικά δεδομένα, οι μαύροι έγιναν αντικείμε­νο ρατσιστικής επίθεσης, ενώ δεν ήταν παλαιότερα, οι μετανάστες χωρίστηκαν σε «λαθρο»μετανάστες και «νόμιμους», οι ομοφυλόφιλοι γίνονται ο επόμενος στόχος, και η επιλεκτική επικέντρωση συνεχίζεται διαλυτικά για το κοινωνικό σώμα και τις αντιστάσεις του - ενώ, βέβαια, οι γυναίκες και ότι εκπροσωπεί το γυναικείο φύλο παραμένουν σταθεροί στόχοι ρατσιστικής επίθεσης, η οποία γίνεται αποδεκτή με ευκολία. 

β. Ο αντισημιτισμός. Είναι λόγος, στάση και πολιτική με βαθιές ρίζες και ανάλογα αίτια, συνδεδεμένα με τη δομή της κοινωνίας και την ιδεολογική της θεμελίωση. Αλλά είναι και λόγος, στάση και πολιτική που διαρκώς ανανεώνε­ται, εκσυγχρονίζεται και επενδύεται στη νομιμοποίηση κάθε παρούσας κοινω­νικής ασυμμετρίας, στην απόκρυψη των κρίσιμων σχέσεων, των αποφασιστι­κών συμφερόντων, των ουσιαστικότερων ανισοτήτων. Και βεβαίως είναι λόγος, στάση και πολιτική που εύκολα αποπροσανατολίζει την κριτική, εξίσου εύκολα μεταμφιέζεται σε ζήτημα πίστης ή δήθεν διεθνοπολιτικής εκτίμησης και ακόμα πιο εύκολα επιτρέπει την απελευθέρωση και τη φασιστική προβολική αξιοποί­ηση απωθημένων φόβων, εχθρότητας, φθόνου και συναισθημάτων μειονεκτικό-τητας. Αν και φαινομενικά πρόκειται για μια επιμέρους μόνο διάσταση, ο αντι­σημιτισμός υπήρξε πάντα -και παραμένει- ο ισχυρός κρίκος του φασιστικού λόγου, ο άρρητος αφηγηματικός ιστός, που αντικαθιστά την πραγματική πλο­κή, το υποβόσκων μοτίβο που επιτρέπει στον αποδέκτη του φασιστικού λόγου να αποκωδικοποιήσει τον υπαινιγμό: πίσω από όλα κρύβεται πάντα ο εβραίος· 

γ. Όλες οι εκφάνσεις του ολοκληρωτισμού. Εννοώ τον ολοκληρωτισμό κυριο­λεκτικά, συμπεριλαμβάνοντας κάθε λόγο που αξιώνει με απόλυτο τρόπο τον ριζικό περιορισμό των δυνατοτήτων, των εναλλακτικών λύσεων, της διαφορε­τικής σκέψης. Εννοώ, επομένως, όχι μόνο την απειλητική και συνάμα κοινότο­πη επίκληση του «ένας δικτάτορας μας χρειάζεται», αλλά και τον αποκλεισμό κάθε εναλλακτικής δυνατότητας στη νεοφιλελεύθερα προδιαγραμμένη, υποτί­θεται αυτονόητη, πορεία των πραγμάτων, στο «έτσι έχουν τα πράγματα», στην περιγραφή του παρόντος ως απόλυτα δεδομένου, αναμφισβήτητου και αμετά-βλητου. Εννοώ, όμως, κι εκείνο τον ολοκληρωτισμό που αναπαράγεται στην κενολογία των εκπροσώπων των αστικών κομμάτων (η κενολογία των φασιστών είναι πρόγραμμα), εκείνων που δεν λένε τίποτα, ώστε να μην είναι ορατό κανένα διακύβευμα, σαν τίποτα να μην «παίζεται», ώστε να μην υπάρχει τίποτα να αμφισβητηθεί, να ελεγχθεί κριτικά, κανένας ορίζοντας να διαφανεί. Κι έτσι ήταν όλα τα τελευταία χρόνια ο λόγος των πολιτικών, έτσι είναι και σήμερα: κενός περιεχομένου και πολλαπλά ακατάληπτος (τα οικονομικά ως κλειστός λόγος), αποφθεγματική έκθεση δεδομένων, χωρίς επιχειρήματα, χωρίς ερωτή­ματα. 

δ. Οι ακόμα ευρύτερα διαδεδομένες, πολλαπλές όψεις του αυταρχισμού. Εδώ ανήκει ο αυταρχισμός της καταστολής, η ασυγκράτητη και ανεξέλεγκτη άσκη­ση βίας κατά των πολιτών, με την ανοχή των αρχών, με μια αποσιώπηση που απολαμβάνει μιας ευρείας συναίνεσης, με το θράσος της απαλλαγής των υπευ­θύνων, με την διαρκή ενίσχυση των πιο επιθετικών μορφών και φορέων της -ότι, δηλαδή, τα τελευταία χρόνια, ζούμε στην καθημερινότητα μας ως ψευδή δημόσια σφαίρα. Εδώ ανήκει και ο αυταρχισμός του πολιτικού ανεξέλεγκτου, της άρνησης λογοδοσίας προς την κοινωνία αλλά και προς τους ίδιους τους πολιτικούς εκπροσώπους, της απαξίωσης της βουλής και, συχνά, της πλήρους εξουδετέρωσης των κοινοβουλευτικών διαδικασιών ελέγχου, της παραβίασης του διαχωρισμού των εξουσιών και του συντάγματος, με τη διακυβέρνηση δια διαταγμάτων σε προσομοίωση της κατάστασης εξαίρεσης — αυτός είναι ο αυ­ταρχισμός του κυβερνητικού «έτσι θέλω». Εδώ ανήκει, επίσης, ο αυταρχισμός της ανευθυνότητας και του ατιμώρητου όσων εκπροσωπούν τον κορμό των πολιτειακών θεσμών, των μελών της κυβέρνησης, της κρατικής και τοπικής διοίκησης, της εκκλησίας, των κεντρικών μηχανισμών - κανένας δεν θίγεται, κανένας δεν τιμωρείται, κανένας δεν αισθάνεται και δε δηλώνει ευθύνη μετά από τα τόσα σκάνδαλα, μέσα στην τόση διαφθορά και μάλιστα, σήμερα, με το φα­σισμό στο προσκήνιο (υπουργοί, αρχηγοί κομμάτων που «ξεχνάνε», που χαμο­γελάνε αδιάφορα) - αυτός είναι ο αυταρχισμός του καθεστωτικού «αφού μπο­ρώ»· Εδώ ανήκει, όμως, και ο αυταρχισμός της καθημερινότητας, ο μισαλλόδο­ξος αυταρχισμός της μικροαστικής μικρο-εξουσίας, εκείνου του ανεξέλεγκτου που διατηρείται και εκτρέφεται για να νομιμοποιήσει, στο μοτίβο του «έτσι είναι ο Έλληνας», την αστική θεσμική αυθαιρεσία - που σήμερα, μάλιστα, προβάλλεται ως δήθεν «ανομία», για να συγκαλύψει την πραγματική κατάλυση των δημοκρατικών αρχών κοινωνικής συμβίωσης. Κι ακόμα, εδώ θα έπρεπε να συμπεριλάβουμε τον αυταρχισμό της ανδροκρατίας, του υποβιβασμού και του πολιτισμικού-πολιτικού αποκλεισμού των γυναικών, έναν αυταρχισμό εν τέλει «πρωτόγονο», καθώς, σε τελευταία ανάλυση, εδραιώνεται στη σωματική ρώμη και στη φαντασίωση της φαλλοκρατικής δύναμης. 

ε. Ο εθνοκεντρισμός, στον οποίο επανεμφανίζονται οι περισσότερες από τις παραπάνω διαστάσεις, και ο οποίος αποτελεί τον κεντρικό κορμό του φασιστι­κού λόγου. Η ερμηνεία και βίωση του κόσμου από τη σκοπιά ενός διακριτού, αξιακά φορτισμένου και μεταφυσικά εξιδανικευμένου «εμείς», ενός «εμείς» συγκροτημένου κατ' αντιπαράθεση προς την εκάστοτε ετερότητα, τον εκάστοτε άλλο, τον εκάστοτε ξένο, τον εκάστοτε διαφορετικό, τον ήδη πάντα δυνάμει εχθρό: αυτή η κοσμοθεωρητική στάση βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο κάθε φασιστικής αξίωσης. Εντός αυτού του πλαισίου το έθνος είναι η πρωταρχική αρχή οργάνωσης, ο γνώμονας του φασιστικού λόγου. Πρόκειται για ένα έθνος μυθικό και κυρίως φαινομενικά αταξικό, χωρίς εσωτερικές συγκρούσεις, χωρίς εσωτερικές ρήξεις και ρωγμές. Το παιχνίδι με το ποιος ανήκει σε αυτό, με το ποιος το απειλεί, ποιος πραγματικά το εκφράζει, ποιος είναι στο εσωτερικό του και ποιος έχει βγει ή πρέπει να βγει απέξω, αυτό το αφελές -αλλά για αυτό και πιο επικίνδυνο- παιχνίδι είναι ο βασικός μηχανισμός παραγωγής φασιστικού υλικού. Οι ορισμοί του μεταβάλλονται, όπως και τα περιεχόμενα, του ανάλογα με την ιστορική και πολιτική συγκυρία -όπως μεταβάλλεται και η απέναντι ταυτότητα, ο προς εξολόθρευση εχθρός, ο μη ανήκων άλλος, ανάλογα μα το ποια ασθενέστερη και ευάλωτη ομάδα αποδεικνύεται ευκολότερο και πιο απο­δεκτό θύμα- και μεταβάλλονται παρά τη ρητορική εμμονή σε ακατάλυτους δεσμούς και ακλόνητες ρίζες. Εξάλλου, καθόλου δεν δυσκολεύεται ο φασισμός να πουλάει το έθνος, όταν κάτι τέτοιο υπαγορεύεται από το σκοτεινό πυρήνα της εξολόθρευσης. 

Αυτές είναι δυνάμεις που ενυπάρχουν στο αστικό καθεστώς, δυνάμεις που χαρακτηρίζουν την καπιταλιστική πολιτική, όπως και την καπιταλιστική καθη­μερινότητα. Πρόκειται, όμως, για δυνάμεις που ενισχύονται καταλυτικά από τη διάρρηξη των κοινωνικών δεσμών, την αδιαμεσολάβητη άσκηση κατασταλτι­κής εξουσίας και την χωρίς φραγμούς εκμετάλλευση που επέβαλαν την κρίση και επιβλήθηκαν μέσω αυτής. Πρόκειται, ταυτοχρόνως, για δυνάμεις που οξύ­νονται υπό το καθεστώς έλλειψης προοπτικής που επιβάλλει η οικονομική κρίση και που, έτσι, εντέλει, τροφοδοτούν άμεσα το φασισμό. Η σύνθεση τους όμως, η συνύφανση και συνάρθρωση τους πυροδοτείται από την πρακτική αμφι­σβήτηση, από την άρση της δημοκρατίας. Αυτή είναι η γραμμή άμυνας: αγωνιζό­μαστε για την ταυτόχρονη διασφάλιση, εμβάθυνση και ανασημασιοδότηση της δημοκρατίας.

____________________
*περιοδικό Transform
ευρωπαϊκή επιθεώρηση εναλλακτικού προβληματισμού και πολιτικού διαλόγου
http://www.poulantzas.gr/upload/798_1.pdf

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου